Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατηρ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατηρ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

"...Ομολογούσαν εις τον Θεόν και εις την Παναγία ότι ήσαν αμαρτωλοί και ότι εξαιτίας της αμαρτίας των αρρώστησε το παιδί τους..."

Τελείωσε το κήρυγμα, τελείωσε και η Θεία Λειτουργία και μοιράστηκε το αντίδωρο. Κάποια κυρία, τη στιγμή που έπαιρνε το αντίδωρο από το χέρι μου, είπε: 

"Πάτερ θέλω να σας δω στο τέλος, θα σας περιμένω." 

Πράγματι στο τέλος την συνήντησα. Σας τα λέγω αυτά, διότι προχτές το βράδυ,ψάχνοντας το αρχείο μου, βρήκα ένα φάκελο που έγραφε: 

«Ιστορίες για κηρύγματα που δεν ελέχθησαν».

Έτσι βρήκα και την ιστορία που σας άρχισα και που είναι αληθινή.

Η κυρία λοιπόν αυτή ήλθε να επιβεβαιώσει εμπράκτως όσα ελέχθησαν από την αθλιότητά μου σε κείνο το κήρυγμα. Είχε πολύτεκνη οικογένεια. Ο σύζυγός της, αυτή και έξι παιδιά. Σύνολον οκτώ. 

Ο μικρότερός της γιός, ο Γιωργάκης, που ήτο τότε ετών δώδεκα, προσεβλήθηκε από καλπάζουσα λευχαιμία. Ξέχασα να σας πω ότι κατήγοντο από μια κωμόπολη που ευρίσκετο στα σύνορα μεταξύ Αρκαδίας και Μεσσηνίας. 

Μόλις αρρώστησε το παιδί οι γιατροί από την Καλαμάτα, συνέστησαν αμέσως να έλθει στο αντικαρκινικό νοσοκομείο του Μεταξά. Ήταν τότε το έτος 1970. Έτσι το έφεραν στο νοσοκομείο. Ύστερα από λίγες μέρες είπαν οι γιατροί στους γονείς ότι το παιδί σε δυο τρείς μέρες θα πεθάνει. Είχε ήδη πέσει σε κώμα. 

Αμέσως εκείνη η ευλογημένη μάνα, σε συνεννόηση με τον άντρα της και τα δυό της τα παιδιά τα πιο μεγάλα, που  ήταν εικοσιτριών και εικοσιπέντε ετών, πήραν την απόφαση να πάρουν το παιδί τους. Υπέγραψαν, πήραν εξιτήριο,.. και με πολλή προσευχή μετέφεραν το παιδί τους που εξακολουθούσε να ήταν σε κώμα, στο χωριό τους.

Έκαναν μια σύσκεψη όλοι μαζί, και πήραν μια καταπληκτική απόφαση που φανέρωνε και την μεγάλη τους πίστη. Σ' ένα μικρό βουνό, απέναντι από την κωμόπολη, στην κορφή του ήταν κτισμένο ένα ερημοκκλήσι της Θείας Μεταμορφώσεως, εκεί λοιπόν μετέφεραν το παιδί τους. 

Το ξάπλωσαν μπροστά στο τέμπλο και κάτω από τις εικόνες της Μεταμορφώσεως και της Παναγίας. Η εικόνα πάντοτε του Αγίου που γιορτάζει ένας ναός, ή είναι αφιερωμένο σε μια εορτή Θεομητορική ή Δεσποτική, είναι πάντοτε όπως βλέπω εγώ, όπως είμαι εγώ δεξιά μου, και όπως βλέπετε εσείς αριστερά, δίπλα στην Παναγία δηλαδή, ήταν η εικόνα της Μεταμορφώσεως και εδώ μπροστά που βρίσκονται τα παιδιά, ξάπλωσαν το δικό τους το παιδάκι. 

Έβαλαν λοιπόν ένα στρωματάκι και το σκέπασαν με δυο τρείς κουβέρτες. Και άρχισαν και οι οκτώ νηστεία, αγρυπνία και προσευχή με πίστη. Νηστεία με τελεία ασιτία. 

Χωρίς ψωμί, 

χωρίς φαΐ, 

χωρίς νερό. 

Υπήρχε στο Αναλόγιο ένα παλιό Ωρολόγιο....μου φέρνετε παρακαλώ ένα Ωρολόγιο...και το Μηναίο του Αυγούστου, διότι μόνον αυτό χρειάζετο, αφού και το παρεκκλήσι ήταν αφιερωμένο στην εορτή τη μεγάλη, τη Δεσποτική, της Θείας Μεταμορφώσεως του Κυρίου. 

Προσευχή λοιπόν όλο το εικοσιτετράωρο, την ημέρα όλοι μαζί και το βράδυ με βάρδιες, δύο δύο ή ένας ένας. Διάβαζαν τα γράμματα της έκτης Αυγούστου, δηλαδή της εορτής της Μεταμορφώσεως, του Εσπερινού και του Όρθρου, και το Ωρολόγιον ολόκληρο από την αρχή μέχρι το τέλος, αυτό το βιβλίο δηλαδή, το χοντρό που βλέπετε. 

Το άρχιζαν απ’ την αρχή και το τελείωναν. Και όταν το τελείωναν πάλι από την αρχή. Μέχρι το τέλος και πάλι από την αρχή μέχρι το τέλος και ούτω κάθε εξής. 

Τις πρώτες μέρες άντεξαν τα τρία τους παιδιά, ετών δεκατεσσάρων, δεκαεπτά και δεκαεννιά, και από την τετάρτη ημέρα άρχισαν να πίνουν μόνο νερό από μια παρακείμενη πηγή.  Οι γονείς και τα δυό μεγάλα αδέλφια κράτησαν την τελεία αποχή. 

Στο τέλος κάθε προσευχής ζητούσαν από τον φιλάνθρωπο Κύριο και από τα μητρικά σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου να κάμουν το θαύμα τους.

Η νηστεία, η προσευχή, η αγρυπνία, τα δάκρυα της μετανοίας, ..

προσέξτε τι μου είπε, δάκρυα μετανοίας έριχναν .. ομολογούσαν εις τον Θεόν και εις την Παναγία ότι ήσαν αμαρτωλοί και ότι εξαιτίας της αμαρτίας των αρρώστησε το παιδί τους, και η ζωντανή πίστις, ήσαν συνεχείς και ακλόνητες καταστάσεις μέσα στην καρδιά τους. 

Την εβδόμη νύχτα, την ώρα που διάβαζαν τον Όρθρο, της έκτης Αυγούστου, της εορτής δηλαδή της Μεταμορφώσεως, και ήσαν όλοι ξυπνητοί εκτός από το δωδεκάχρονο αγόρι, που εξακολουθούσε να ευρίσκετο σε κώμα, ξαφνικά φωτίστηκε όλο το εκκλησάκι με ένα φως υπερκόσμιο. Πιο φωτεινό και πιο λαμπερό και από αυτόν τον ήλιο. .!!

Βουβάθηκαν όλοι τους από την έκπληξη και τον θαυμασμό, ενώ συγχρόνως τα μάτια τους ήσαν στραμμένα στην εικόνα της Θείας Μεταμορφώσεως. Και τότε εντελώς απροσδόκητα, βγήκε μια ολόλαμπρη ακτίνα, μια φοβερή αστραπή, η οποία έπεσε πάνω στο ξαπλωμένο παιδί. !

Αυτό το γεγονός, ζήτημα μου είπε η ευλογημένη αυτή μητέρα αν κράτησε δέκα δευτερόλεπτα. Ξανάγινε σκοτάδι με μοναδικό φως το φως απ’ τα καντήλια, και τα κεριά που κρατούσαν για το διάβασμα. Και τότε ακούστηκε η φωνή του αρρώστου παιδιού να φωνάζει :

Μαμά, μπαμπά, που είστε;» ..!!!

Έτρεξαν αμέσως κοντά του και κλαίγοντας το αγκάλιασαν. 

"Διψώ», ψιθύρισε, «διψώ». «Πεινάω». 

Το παιδί συνήλθε. ..Έγινε τελείως καλά. .!! Ο Θεός έκαμε το θαύμα του. !

Ευλογημένοι τέτοιοι γονείς που παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ηρωικές. 

Ευλογημένα και τέτοια αδέλφια που συνακολουθούν τέτοιους γονείς.

Ευλογημένη οικογένεια. 

Ήπιαν όλοι τους λίγο νερό, λίγο ψωμάκι πολύ λίγο, ένα τέταρτο της φετούλας για να συνέλθουν λίγο. Το πρωί κατέβηκαν στο χωριό δοξάζοντας το Θεό, φροντίζοντας πλέον για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του παιδιού. Την άλλη μέρα όμως οι γονείς, είπαν στα παιδιά τους το εξής: 

"Φροντίστε σεις το Γιωργάκη, και μείς θα επιστρέψουμε στο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως, για να ευχαριστήσουμε το Θεό, για ένα ακόμα τριήμερο με τελεία και πάλι ασιτία. 

Και έτσι έγινε. 

Θυμάστε τους δέκα λεπρούς; 

Ο ένας επέστρεψε από τους θεραπευμένους για να ευχαριστήσει τον Κύριο. Ο ένας...! 

Στα δύο χρόνια που είχαν περάσει από τότε, το παιδί τους ήταν, έγινε τελείως καλά, υγιέστατο, χωρίς ίχνος της φοβερής εκείνης αρρώστιας του καρκίνου του αίματος, που λέγεται λευχαιμία.


Κήρυγμα π.Στέφανου Αναγνωστόπουλου

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Η καρδιά και ο τρόπος της προφορικής ευχής (π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος)

                       Oμιλία 129, Η Νοερά Προσευχή (μέρος 3ον)

                                         9 Μαρτίου 2005

Κάποτε, όπως μου διηγείτο στα παιδικά μου χρόνια ο παπα-Θόδωρος, ο ιερεύς που με βάπτισε, κάλεσαν κάποιο βράδυ τον παππού του, που ’ταν και αυτός ιερεύς με το όνομα παπα-Γιώργης, για να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Ετοιμάστηκε ο παππούς ιερεύς, παίρνοντας μαζί του τον εγγονό του, Θεόδωρο, για να κρατάει το φαναράκι αναμμένο και να πηγαίνει έτσι μπροστά. Πήγε στην εκκλησία, πήρε το Άγιο Ποτήριο με τη Θεία Κοινωνία, αφού προηγουμένως φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε στους ώμους του τον αέρα. Έτσι γινόταν τα παλιά χρόνια. Μπροστά πήγαινε ο μικρός, ο Θοδωρής, με το φαναράκι και ένα μικρό θυμιατό. 


Ήταν χειμώνας και οι δρόμοι ήσαν έρημοι και το κρύο πολύ. Σε μια στροφή του δρόμου, συναντούν μια σκοτεινή σιλουέτα – μόλις φαινόταν. Ο ιερεύς ούτε καν την πρόσεξε διότι όλη η προσοχή του ήταν στραμμένη στο Άγιον Ποτήριον και στη φύλαξη των Τιμίων Δώρων, του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εκείνη η σκιά ήταν γυναίκα, σταμάτησε απότομα και έντρομη. Ο παπάς, χωρίς να δώσει σημασία, προχώρησε στο δρόμο του. Πήγε στο σπίτι του αρρώστου και τον κοινώνησε. Σε λίγο γύρισε πίσω από τον ίδιο δρόμο και άρχισε να σιγοβρέχει. Κάτω ο δρόμος ήταν γεμάτος λασπόνερα. Και βλέπει σε μια στιγμή μια γυναίκα, γονατιστή μέσα στις λάσπες και στα νερά, να κλαίει με λυγμούς. Ήταν η ίδια, που είχε συναντήσει πριν.

– Στάσου παπά μου, του λέει, μην προχωρήσεις άλλο.Σταμάτησε ο ιερεύς έκπληκτος και κείνη άρχισε με λυγμούς να διηγείται τα εξής που τάκουσε και ο μικρός ο Θεόδωρος, ο μετέπειτα παπα-Θόδωρος, που είχε σταματήσει και κείνος.


– Εγώ προηγουμένως παπά μου πήγαινα να αμαρτήσω. Να λερώσω το στεφάνι μου. Όταν, όμως, έφτασες κοντά μου, βγήκε μια φωνή από τη Θεία Μεταλαβιά, προφανώς βέβαια απ’ το Άγιο Ποτήριο, και μου είπε «Τι πας να κάμεις παιδί μου, τι πας να κάμεις;» Η φωνή ήταν τόσο γλυκειά αλλά και τόσο πονεμένη, που λύγισα, ντράπηκα. Και έπεσα στα γόνατα και άρχισα να κλαίω, να κλαίω και να κλαίω μέχρι τώρα. Παπά μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με την αμαρτωλή, και συνέχισε να κλαίει με λυγμούς.


Και κείνος ο απλοϊκός αλλά αγιασμένος λευΐτης του χωριού, ακούμπησε στο κεφάλι της το Άγιο Ποτήριο, ναι, πάνω στο κεφάλι της, και της είπε:
– «Λελυμένη και συγκεχωρημένη, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Μόνον μηκέτι αμάρτανε».
Επανέλαβε τους λόγους του Κυρίου που είπε προς την μοιχαλίδα γυναίκα, που την είχαν πιάσει επ’ αυτοφόρω, όπως μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, τα ίδια εκείνα λόγια: «Μηκέτι αμάρτανε». Και κίνησε να φύγει. Φεύγοντας, την άφησε γονατιστή και την άκουσε βέβαια να λέγει εκεί όπως ήταν γονατιστή, «Θεέ μου, συγχώρεσέ με». «Θεέ μου, συγχώρεσέ με την αμαρτωλή, Χριστέ μου, ελέησέ με, Θεέ μου συγχώρεσέ με, ντρέπομαι», και άλλα πολλά τέτοια όμοια. «Και σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με συγχώρεσες, δεν θα το ξανακάμω».

Αλήθεια τι θαύματα μπορεί να κάμει ο Θεός, για να σώσει, έστω και μια ψυχή. Τι θαύματα… Μετά την απόθεση της Θείας Κοινωνίας στην Αγία Πρόθεση, λέγει ο παπα-Γιώργης στον εγγονό του:
– Έως ότου πεθάνουμε, και εγώ και αυτή δυστυχισμένη γυναίκα, δε θα μιλήσεις ποτέ, παιδί μου.
Και συνέχισε ο παπα-Θόδωρος:
– Στέφανε, παιδί μου, η αληθινή μετάνοια και η πίστις κάνουν θαύματα. Και τα κάνουν πάντοτε, και σήμερα! Tα πιο πολλά δεν τα ξέρουμε.
Άραγε, τι μάθημα ήθελε να μου δώσει εμένα; Το μικρό παπαδάκι, που βρισκόμουν μέσα στο Άγιο Βήμα. Τι μάθημα; Το θαύμα; Την πρόνοια του Θεού για το πεσμένο πλάσμα του; Τη δύναμη της μετανοίας; Το ευόλιστον της ανθρώπινης αδυναμίας; Τι απ’ όλα αυτά; Ή όλα μαζί;

Λέγαμε, χριστανοί μου, ότι οι τρόποι της προσευχής είναι πολλοί. Οι τρόποι της νοεράς προσευχής, διότι γι’ αυτήν γίνεται ο λόγος. Και θ’ αποδείξουμε ότι είναι δυνατή και μέσα στον κόσμο. Τα παραδείγματα είναι ζωντανά. Και ανάμεσα από σας. Από τους χριστιανούς που ζουν και αγωνίζονται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο εν Χριστώ. Και ο καλύτερος τρόπος είναι ο προφορικός. Το να λέμε δηλαδή την ευχή με το στόμα, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» με το στόμα, αλλά μπορούμε, όμως, να το λέμε και ψιθυριστά με τα χείλη, που μόλις μόλις να ακούγεται αλλά εμείς βέβαια έχουμε άμεση συναίσθηση. Και πότε πότε να το λέμε και από μέσα μας. Σιγά σιγά συνηθίζεται αυτό, το από μέσα μας, και μας αρέσει πιο πολύ, και θα δούμε τον λόγο.


Άλλοτε πρέπει να την λέμε αργά, καθαρά, ήσυχα, ήρεμα, χωρίς βία και χωρίς πίεση. Άλλοτε γρήγορα, ακόμα πιο γρήγορα. Ακόμα πιο γρήγορα, ταχύτατα, με πίεση, με πολλή βία. Έστω και αν αυτό προκαλέσει ακόμα και πονοκέφαλο. Και το σκύψιμο της κεφαλής να γίνεται βαθύτερο.
Διαφέρουμε απ’ αυτό, από όλες τις μεθόδους, που χρησιμοποιούν οι ανατολικές θρησκείες. Και όλες οι παραφυάδες των Ινδουιστών και των γκουρού. Διότι αυτοί επιδιώκουν χαλάρωση, εμείς επιδιώκουμε βία, πόνο. Γιατί με πόνο πρέπει να ζητάμε το έλεος του Αγίου Θεού. Γιατί είμαστε αμαρτωλοί.


Όσο, λοιπόν, αρχίζουμε και συνηθίζουμε να τη λέμε από μέσα μας, δηλαδή μ’ αυτό, όπως λέγεται, με τον ενδιάθετο λόγο, με τον εσωτερικό μας λόγο, στο τέλος, όπως λέγαμε και την περασμένη φορά, την ευχή την παίρνει ο νους, όπως ακριβώς το χταπόδι αρπάζει το θύμα του. Έτσι ακριβώς κάνει και ο νους. Αιχμαλωτίζει την ευχή. Αιχμαλωτίζει αυτές τις λέξεις. Και γίνεται ένα μ’ αυτές. Τότε μόνον όταν ο νους γίνει ένα με την ευχή, με τις πέντε λέξεις, αργότερα γίνονται τρείς, ύστερα γίνονται δύο, ύστερα γίνεται μία, όλος ο νους γίνεται ΙΗΣΟΥΣ, γίνεται ΦΩΣ. Και τότε μπορεί και κατεβαίνει στην καρδιά. Και τότε η ευχή λέγεται ΑΠΟ την καρδιά. 

Με την καρδιά τη λέμε γιατί έχουμε όλη τη διάθεση να αγαπήσουμε τον Θεόν, εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας, δηλαδή με όλη μας την καρδιά. Αυτή την αγάπη μας με όλη μας την καρδιά την εκφράζουμε και με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και το λέμε με όλη μας την καρδιά. Αυτό το «με όλη μας την καρδιά» έχει πολύ μεγάλη διαφορά να λέγεται η ευχή «από την καρδιά». Διότι τότε λέγεται μόνη της. Δηλαδή λέγεται από το Άγιον Πνεύμα που δε λέγει μόνον «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» αλλά κράζει και «Αββά ο Πατήρ», «είσαι ο Πατέρας μου», «είσαι ο Θεός μου», «είσαι ο Σωτήρας μου», «είσαι ο Λυτρωτής μου», «είσαι ο Πλάστης μου, μπροστά στον οποίον θα βρεθώ, για να με κρίνεις».


Πότε αργά αργά, πότε σύντομα, πότε γρήγορα. Οι αναπνοές μας να είναι αργές και ήρεμες. Εισπνέουμε αργά «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», εκπνέουμε αργά, σιγά σιγά, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Αυτός είναι ένας τρόπος.


Ο δεύτερος τρόπος είναι κόβουμε την ευχή στη μέση. Με την εισπνοή, λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», με την εκπνοή, «ελέησόν με», αν θέλουμε ως βοηθητικό μέσον την αναπνοή μας.


Ο τρίτος τρόπος είναι κρατάμε την αναπνοή, εισπνέομε, κρατάμε την αναπνοή μας, λέμε πέντε δέκα φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και εκπνέουμε πάλι αργά αργά. Ο καθένας, όπως ευκολύνεται. Δεν υπάρχουν μέθοδοι… δεν υπάρχουν.


Ο γενικός τρόπος είναι να λέμε την ευχή, είτε προφορικά, είτε ψιθυριστά, είτε από μέσα μας παντού και πάντοτε. Και στη δουλειά και στο σπίτι και στο δρόμο. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν τρώμε. Όταν περπατάμε. Όταν συζητάμε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και ειδικότερα, όταν είσαστε μέσα στο ναό.

Κάποτε, που λέγατε, πριν από πολλά χρόνια, πολλοί από σας τους χριστιανούς μέσα εδώ στο ναό το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», μυστικά μέσα σας, είχε έλθει ένας ερημίτης απ’ το Άγιον Όρος και ήταν στο Άγιον Βήμα, και λέει, λοιπόν, τουλάχιστον από διακόσια στόματα λέγεται αυτή τη στιγμή η ευχή. Πώς το πήρε είδηση αυτό;

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ούτε καλημέρα σας και τι κάνετε. Τίποτα. Σκύψιμο της κεφαλής και «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».


Γλυκάθηκε ο νους; Ε, δεν ξεκολλάει η ευχή. Ευφράνθηκε η καρδία, σκλαβώθηκε για πάντα απ’ τη Θεία Αγάπη. Και από τον πνευματικόν έρωτα – δεν τον έχετε νοιώσει ποτέ αυτόν τον έρωτα. Απ’ αυτό το θείο και ακατάληπτο αυτό αδολέσχημα της ευχής, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δεν αποσπάται ο νους με τίποτα και για τίποτα. Υπήρχαν όσιοι και ασκηταί και ερημίτες και μοναχοί, όπως και σήμερα υπάρχουν, που για ώρες ατέλειωτες λένε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και διαρκώς ζουν μέσα σ’ ένα άπειρο πέλαγος θείας ευφροσύνης, ανεκφράστου μακαριότητος και γλυκύτητος.

Η νοερά προσευχή, κατ’ αυτόν τον τρόπον, δημιουργεί μέσα στον προσευχόμενον θεία φλόγα. Θεία αγάπη, θεία ενέργεια. Η θέρμη κινεί την προσευχή και η προσευχή γεννά την θέρμη. Όλους και όλα τα συγχωρούμε. Όλους και όλες και όλα τα αγαπάμε. Όλα τα λάθη είναι δικά μας και όλοι γύρω μας είναι άγιοι. Αυτό κάνει η ευχή. Δεν το νοιώθουμε; Δεν κάνουμε τίποτα μέσα μας. Και, όταν πυρποληθεί ολόκληρος ο άνθρωπος, τότε καίγονται οι λογισμοί, καίγονται οι φαντασιώσεις, καίγονται οι μετεωρισμοί, καίγονται σιγά σιγά οι επιθυμίες, οι αδυναμίες, βέβαια και ακόμα πολύ πιο αργά τα πάθη. Σιγά σιγά, εκείνα μέχρι που να φτάσουν, αν όχι στην εκρίζωσή τους, αλλά τουλάχιστον όμως στην αποκοπή τους. Βλέπουμε τι κόπο κάνουν οι ξυλοκόποι για να κόψουν ένα δένδρο, δεν το βγάζουν από τη ρίζα του, το κόβουν όσο μπορούν στη βάση, και, αν θέλουν να μην ξαναφυτρώσει, ρίχνουν γύρω γύρω πετρέλαιο και έτσι μαραίνεται μια για πάντα.

Να πάμε λίγο βαθύτερα; Πρέπει να πάμε.
Δεν είμαστε φτιαγμένοι μόνον για τη γη, είμαστε φτιαγμένοι για τον ουρανό – σήμερα αύριο φεύγουμε. Πρώτος, βέβαια, θα φύγω εγώ. Αλλά φεύγουμε όμως. Η ηλικία μας είναι τέτοια. Είμαστε πέντε χρονών, γινόμαστε δέκα, είκοσι, πενήντα, εβδομήντα… ογδόντα … πόσο θα πάει ακόμα … άντε ενενήντα. Ύστερα φεύγει ο άνθρωπος. Πού πάει; Στο Χριστό πρέπει να πάει. Εκεί που πρέπει να πάει, εκεί πρέπει προηγουμένως να το βιώσει αυτό.        Κ
αι ο καλύτερος τρόπος να βιώσει κανένας αυτό είναι η μυστηριακή κοινωνία, δηλαδή το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, να νοιώσει να κατέρχεται δια του Παναγίου Σώματος και Αίματος του Χριστού, ολόκληρη η Αγία Τριάδα μέσ’ στην καρδιά του, σε όλο του το ψυχοσωματικό είναι. 

Έτσι λοιπόν γίνεται και με την ευχή. Αισθάνεται την Παναγία Τριάδα να κατέρχεται και να ενοικεί μέσα του. Γι’ αυτό λέει «προς αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν». Και τότε οψώμεθα φως το απρόσιτον, σύμφωνα και με την ευχή της Πρώτης Ώρας «Χριστέ το Φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, σημειωθείτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου Σου, ίνα εν αυτώ οψώμεθα φως το απρόσιτον». Φως ανέσπερον, φως αδιάδοχον και εράσμιον. Φως μακάριον και φαεινόν. Φως τρισήλιον και τριφεγγές. Φως Πασχαλινόν. Φως γλυκύτατον, φως άκτιστον, φως άδυτον και ειρηνόδωρον, φως αγάπης Χριστού. 

Μέσα απ’ αυτό το φως βλέπομε το φως του Θεού. Όχι το φως που έχει μέσα ο νους, άλλο αυτό. Και άλλο το φως του Θεού και άλλο το φως του νοός. Γι’ αυτό υπάρχουν τόσες και τόσες πλάνες.
Ζούμε μέσα από την καρδιακή προσευχή, σε μία παλλευκη αυγή, πάντοτε πλημμυρισμένη από το θεοειδέστατο αυτό ενυπόστατο και τρισυπόστατο μακάριον φως.

Επανερχόμεθα, όμως, στην προφορική ευχή και λέμε ότι αυτό είναι το στάδιον των αρχαρίων, και όλους εκείνους που επιθυμούν εν Αγίω Πνεύματι να εργάζονται την ευχή και να δουν λίγο καλύτερες ημέρες στη ζωή τους, και στην οικογένειά τους. Και όλοι μας είμαστε αρχάριοι και πρώτος εγώ.

 Επίμονος λοιπόν και απαραίτητος αρχή για την επιτυχία του τελικού σκοπού, που δεν είναι η κατάκτηση της καρδιάς από το παντοδύναμον αυτό όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αυτός και είναι και ο τελικός σκοπός, η κατάκτησις της καρδιάς από το Χριστό.

 Στην καρδιακή προσευχή έχει θέση ο νους. Έχει θέση ο λόγος, ο λόγος που ομιλούμε. Ο προφορικός γίνεται ενδιάθετος, γίνεται εσωτερικός, μιλάμε και από μέσα μας. Έχουμε και γραπτό λόγο. Τον γράφουμε το λόγο μας. Τον σκεπτόμεθα τον λόγο μας. Μπορούμε ακόμα και να τον σχηματίσουμε το λόγο μας, να σχηματίσουμε δηλαδή με το νου μας λέξεις, γραμμές. Να σχηματίσουμε σχέδια, οτιδήποτε θέλουμε. Προφορικός, λοιπόν, και εσωτερικός λόγος, αυτά τα δυο πρέπει στο τέλος να γίνουν ένα, και να μιλούμε από μέσα μας μόνον, και να λέμε μόνον από μέσα μας, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».


Αυτά λοιπόν τα τρία πράγματα, μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή ο νους, που προσέχει, ο λόγος που λέγει την ευχή, και η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που έχουμε από το Άγιον Βάπτισμα, αυτά τα τρία πρέπει να γίνουν ένα. Μία αδιαίρετη ενότητα. Όπως αδιαίρετη ενότητα είναι και ο Πανάγιος Τριαδικός Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα.

Ο νους, όμως, δεν είναι όπως είναι ο Θεός. Και δύσκολα προσκολλάται πάνω στις λέξεις της ευχής, γι’ αυτό βλέπομε ότι διαρκώς τρέχει πότε από δω και πότε από κει. Το παράπονό μας, όταν πάμε να εξομολογηθούμε, είναι ότι δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε στην Εκκλησία, δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε όταν κάνουμε προσευχή στο σπίτι μας, δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε όταν διαβάζουμε το λόγο του Θεού ή κάποιο ιερό βιβλίο γιατί διαπιστώνουμε συχνά πυκνά ότι το μυαλό μας τρέχει πότε από δω και πότε από κει και δεν μπορούμε να το συμμαζέψουμε, λες και είναι κανένας αλήτης. Δε συμμαζεύεται με τίποτα και είναι πράγματι αλήτης ο νους. Εμείς, όμως, θέλουμε να τον συμμαζέψουμε, εμείς με τη θέλησή μας, η προαίρεσίς μας, αυτό που θέλουμε εμείς είναι το έλεος του Θεού. Αυτό λοιπόν να ενωθεί με αυτό που φωνάζουμε και μαζί με το νου να κατέβουν και να ενωθούν με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.


Με την πτώση των Πρωτοπλάστων και την εκδίωξη του Αδάμ από τον Παράδεισο, ο νους μας έχασε τον προσανατολισμό του. Από τότε όλοι οι απόγονοι του Αδάμ και της Εύας, και μεις μαζί, ψάχνουμε να βρούμε το χαμένο Παράδεισο, τη χαμένη μας πατρίδα. Γι’ αυτό ο νους τρέχει πότε από δω και πότε από κει. Ο Παράδεισος ήτανε γλυκύτατος, ήτανε η θεία μακαριότης. Ξεγελιέται, λοιπόν, ο νους από τις χαρές και τις ηδονές τούτου του κόσμου και βγαίνει έξω απ’ τον εαυτό του και τρέχει πότε από δω και πότε από κει σαν περιπλανώμενος κατάδικος, ή σαν τον άνθρωπον που ψάχνει να βρει, είναι όλο ανησυχία, τρέχει από δω, τρέχει από κει, να βρει λίγη ησυχία, να βρει λίγη ηρεμία, να βρει λίγη ευτυχία, να βρει λίγη γλυκύτητα, και κάνει αυτό και κάνει εκείνο, πότε πίνει, πότε μεθάει, πότε παίζει, πότε γλεντάει, πότε χορεύει, πότε, πότε, πότε, πότε, χίλια δυο πράγματα κάνει ο άνθρωπος για να βρει αυτό που του λείπει.


Αλλά η Βασιλεία του Θεού, όμως, δε βρίσκεται σε όλα αυτά τα τεχνητά που έχει γύρω ο κόσμος μας. Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί. Και, είπαμε και την Κυριακή, «εν φυλακή ήμην και ουκ επισκέψασθέ με». Δυστυχώς η Θεία Χάρις κλείστηκε μέσα μας, κλειδώθηκε, τη θύρα, της πέρασαν χειροπέδες, τα πάθη και οι αδυναμίες. Και ο Κύριος δεν μπορεί να μπει. Κτυπάει την πόρτα, «ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω», χτυπάει την πόρτα της καρδιάς μας και κακά τα ψέματα, δεν του ανοίγουμε του Κυρίου.
Ανοίγουμε, βέβαια, τι λέγει, μας λέγει η τηλεόρασις με τα σκάνδαλα. Ανοίγουμε βέβαια την πόρτα της καρδιάς μας, σε όλες εκείνες τις σαχλαμάρες, τις αηδίες, με τις οποίες γεμίζει όλο σκοτάδι ο νους μας μέσα απ’ αυτά τα διαβολοκούτια. Το κάνουμε αυτό. Αλλά, όμως, ανοίγουμε και την πόρτα της καρδιάς μας σε όσα έρχονται και μας ψιθυρίζουν οι διπλανοί μας, σε κουτσομπολιά και σε κατακρίσεις, και σε ό,τι άλλο προσφέρει αυτός ο ψεύτικος κόσμος.


Εμείς, όμως, που ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο και που ξέρουμε ότι μια μέρα θα φύγουμε, θέλουμε δε θέλουμε, πρέπει να το καταλάβουμε ότι θα φύγουμε, ότι θα πεθάνουμε, πέθανε ο πατέρας μας, η μητέρα μας, ο παππούς μας, η γιαγιά μας, ο προπάππους, οι προπαππούδες, οι προγιαγιάδες, όλοι πέθαναν. Θα πεθάνουμε και μείς.


Πριν πεθάνουμε να βρούμε τον χαμένο Παράδεισο. Είναι μέσα μας, στην καρδιά μας. «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ελάτε, εδώ είναι ο Παράδεισος, είναι το Άγιο Δισκοπότηρο, ανοίξτε την καρδιά σας και βάλτε το μέσα, μας φωνάζει ο Κύριος. Και μεις λέμε, «Έλα, δε μας παρατάς, ρε παπά, λέω εγώ τώρα, άντε, φτάνει … που κάνεις εκείνο και εκείνο και εκείνο», μα δε μιλάει ο ιερεύς, η φωνή του Θεού είναι αυτή, δεν είναι του ιερέως, δεν είναι του Αρχιερέως, δεν είναι του διακόνου, δεν είναι του μοναχού, η φωνή του Θεού είναι…
Άρα, λοιπόν, η πορεία πρέπει να γίνει προς τα μέσα μας. Προς την καρδιά μας. Προς τον εν φυλακή ευρισκόμενον Κύριον, σ’ αυτό το βάθος.

Κάποτε ένας θεοσεβής ιερεύς, λειτουργούσε του Αγίου Δημητρίου, τον οποίον ευλαβείτο πολύ, λόγω του ότι ήτο μεσοβδόμαδα, οι χριστιανοί στο ναό ήσαν λίγοι. Η λειτουργία προχώρησε και έφθασε η στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. «Τα σά εκ των Σών», έσκυψε βαθιά βαθιά και διάβασε την ευχή, «έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν». Ανορθώθηκε και είπε «και ποίησον τον μεν άρτον τούτον», «τω δε εν τω ποτηρίω τούτο μεταβαλλών» και τα λοιπά, αμήν, αμήν, αμήν, για να μην λέμε όλες τις λέξεις … Και μια φοβερή άστραπή ήλθε απ’ το πουθενά, απ’ τον ουρανό … δεν ξέρει. Απ’ την κόχη του Αγίου Βήματος … δεν ξέρει. Απ’ τον τρούλο του ναού; .. τον Παντοκράτορα, τον Κύριο.. δεν ξέρει, δεν κατάλαβε. Εκείνο που είδε και ένοιωσε είναι ότι η αστραπή ήλθε και κτύπησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, χράπ.. και την χώρισε στα δύο, χωρίς να αγγίξει τα Τίμια Δώρα. Και κείνος έμεινε βουβός και άφωνος. 

Γεμάτος έκπληξη και δέος και φόβο, ιερό φόβο, και τότε τα πάντα περιελούσθησαν από τον ανέσπερον, τον άδυτον ήλιον της Τρισηλίου Θεότητος. Πρωτόγνωρα αισθήματα τον κατέλαβαν, δεν μπορούσε ο καημένος να μου τα περιγράψει. Ήτο εκστατικός για αρκετά λεπτά και άφωνος και ακίνητος. Τι είδους ουράνια αστραπή ήταν αυτή; Και τι ήθελε να δηλώσει, τι να σφραγίσει, τι να επιβεβαιώσει; Και τότε αυθόρμητα, παρά τη βουβαμάρα του, φώναξε από μέσα του, από μέσα του, όμως, από μέσα του βγήκε η δυνατή κραυγή χωρίς να ακουστεί προς τα έξω. «Κύριε είσαι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου». «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν», ξανάλεγε και ξανάλεγε ο ιεροψάλτης αλλά, που να συνέλθει ο ευλογημένος εκείνος παππούλης. 

Τελικά ο μπάρμπα Γιώργος ο ψάλτης μπήκε στο ιερό να δει τι γίνεται. Και με το «έ παπά», που του είπε, «τι θα γίνει με σένα, ακόμα να συνέλθεις», «τι έπαθες, είσαι καλά;» όλα επανήλθαν στη φυσικότητά τους. Με τις φωνές του ψάλτου συνήλθε ο ιερεύς, σηκώθηκε, πήρε το θυμιατό μόνος του, έβαλε θυμίαμα και, τρεμάμενος, είπε «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου, Υπερευλογημένης» και τα λοιπά.


Μετά απ’ αυτό το συνταρακτικό γεγονός για λίγον καιρό, πριν απ’ τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων, αν δεν είχε κάποιο παιδάκι μέσ’ στο Άγιον Βήμα, έβγαινε στην Ωραία Πύλη και φώναζε «Ε, μπάρμπα Γιώργο, έλα δω, έλα μεσ’ στο Ιερό, κάτσε εδώ στην Αγία Τράπεζα, δίπλα και γονάτισε». «Μπάρμπα Νίκο, μπάρμπα Κώστα, μπάρμπα Γιάννη…», τους φώναζε λοιπόν έναν έναν. Του είχε δημιουργηθεί, τρόπον τινά, όπως το διεπίστωσε και ο ίδιος, ένας ιερό φόβος, μη τυχόν ξανασυμβούν τα ίδια φοβερά πράγματα τα οποία, ως άνθρωπος χωμάτινος και αμαρτωλός, δεν μπορούσε πλέον να αντέξει.


Πολλά τα μυστήρια του Αγίου Θεού. Πόσες φορές συνέβησαν στον εν λόγω ιερέα, όπως έλεγε, ήταν για να δυναμώσει η πίστις του, που μερικές φορές εκλονίζετο – άνθρωπος ήταν κι αυτός – κάτω απ’ το βάρος των ποικίλων και πολλών του προβλημάτων.


Ναι, πάτερ μου, ναι, πάτερ μου, μου έλεγε. Πολλές φορές κλονίστηκα στην πίστη μου, αλλά τα έκτακτα αυτά αληθινά γεγονότα, τα υπερφυσικά και τα ακατάληπτα, που ο Θεός μου παρουσίαζε κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, στερέωναν την πίστη μου. Και στο βάπτισμα είδα θαύμα. Και στο γάμο είδα θαύμα. Είδα κατάλευκο περιστέρι να κατεβαίνει στις κεφαλές των νεονύμφων, που είχαν προσέλθει αγνότατοι στο μυστήριο του γάμου, όπως τους είχε γεννήσει η μάνα τους. Είδα θαύματα απ’ το ευχέλαιο και θαύματα στο ιερό μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Και όλα αυτά έγιναν για να στερεώνουν την δική μου απιστία και να ομολογώ, όπως ο Απόστολος Θωμάς, «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου Δόξα σοι».

Ο λόγος μας, αδελφοί μου, για το τρίτο κατά σειρά κήρυγμα, είναι η προφορική προσευχή με το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και η κάθαρσή μας από τα διάφορα πάθη.
Πρώτα, καθαρίζεται ο νους από τις ακαθαρσίες των λογισμών, των πονηρών, των αισχρών, των βρωμερών, των διεστραμμένων και των βλασφήμων, και ύστερα καθαρίζεται η καρδιά ως κέντρον του όλου ψυχοσωματικού ανθρώπου.


Η καρδιά μας είναι, κατά πρώτον λόγον, φυσικόν κέντρον. Είναι, όμως, και κέντρον παραφυσικόν, είναι και κέντρον υπερφυσικόν. Η καρδιά είναι και λέγεται φυσικόν κέντρον διότι, απ’ αυτήν ή μέσω αυτής με τις αέναες παλμικές κινήσεις της, στέλνει το αίμα σε όλα τα όργανα του σώματος του ανθρώπου, μέχρι και του τελευταίου ιστού ή κυττάρου. Είναι αυτή που δίνει και διατηρεί στη ζωή τον άνθρωπο. Σταμάτησε η καρδιά; Έπαψε να ζει ο άνθρωπος, χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα του ανθρώπου, το σώμα στον τάφο, η ψυχή στον ουρανό.


Η καρδιά, όμως, πέρα απ’ αυτό το φυσικό, που είπαμε, κέντρο, που το γνωρίζουμε και το αισθανόμαστε όλοι μας, είναι και κέντρο παραφυσικόν. Δηλαδή αμαρτωλόν. Γιατί; Γιατί, λέει, εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι, κατακρίσεις, όπως μας τονίζει ο ίδιος ο Κύριος στο 15ον κεφάλαιον του Ευαγγελιστού Ματθαίου. Και αυτός ακόμα ο πειρασμός κατοικεί μετά το Άγιον Βάπτισμα γύρω από την καρδιά και προσπαθεί να την πυρπολήσει, να την κυριεύσει, να την κατακτήσει εξ απαλών ονύχων, «εξ ομφαλού γαστρός», απ’ την κοιλιά της μάνας, απ’ τη γέννηση του παιδιού

. Για δέστε ένα παιδάκι, δώστε του κάτι στο χέρι, πόσο δυνατά το σφίγγει, δεν θέλει να τ’ αφήσει για κανένα λόγο. Αρπακτικός ο άνθρωπος από τότε που γεννιέται. Με την αμαρτία μέσα του. Γι’ αυτό, καθώς μεγαλώνει σιγά σιγά, και ειδικότερα ο χριστιανός, βλέπουμε ότι ο πειρασμός πυρώνει αμαρτωλά την καρδιά, όπως λέγει ο γέροντάς μου, θερμαίνει το αίμα, χτυπά στην κοιλιά και στο λαιμό, κόβει και αυτήν ακόμα την αναπνοή. Ανεβαίνει συνέχεια στο κεφάλι, σκοτίζει το μυαλό, θολώνει το νου, μπερδεύει τους λογισμούς, εκμεταλλεύεται τη μνήμη, εκμεταλλεύεται θαυμάσια και τη λογική – πόσα αμαρτωλά πράγματα στέκονται με την λογική, και πόσα άλλα με τη φαντασία. Όλα τα ανακατεύει με τελικό σκοπό την κόλαση της ψυχής. 

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο τονίζεται και επιβεβαιώνεται η επίδρασις του διαβόλου στην καρδιά του Ιούδα του Ισκαριώτου, και λέει επί λέξει ο Ιωάννης: «του διαβόλου ήδη βεβληκότος, εις την καρδίαν Ιούδα το Ισκαριώτου, ίνα Αυτόν παραδώ». Επόμενον η καρδιά είναι, όπως είπαμε, κέντρον παραφυσικόν, αμαρτωλόν, εκ των οποίων γεννώνται όλα τα πάθη.
Είναι, όμως, και κέντρον υπερφυσικόν. Επειδή στην καρδιά βασιλεύει και ζει η σωστική θεία Χάρις που πήραμε απ’ το Άγιον Βάπτισμα. Αυτή εδρεύει μέσα στην καρδιά. Σα να την έχει θρόνο την καρδιά του.

Η Αγία Γραφή, επαναλαμβάνω, μας λέγει ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί». Είπαμε, και το ξαναλέω, ότι εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού, εις τας καρδίας ημών κράζον, «Αββά ο Πατήρ», «Είσαι ο Πατέρας μου». Και «η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών», όπως επίσης και άλλο πλήθος χωρίων, που αναφέρονται σχετικά με το ότι η καρδιά μας είναι και κέντρον υπερφυσικόν. Κέντρον της αρετής, κέντρον της Θείας Χάριτος. Κέντρον του Αγίου Θεού. Ουδείς δύναται ειπείν «Κύριον Ιησούν», ή μη εν Πνεύματι Αγίω. Κάντε προσευχή. Το Άγιον Πνεύμα σας βοηθάει. Ήρθατε εδώ σήμερα στο κήρυγμα. Το Άγιον Πνεύμα σας έφερε. Που εδρεύει το Άγιον Πνεύμα; Στην καρδιά. 

Υπάρχουν, όμως, εκατομμύρια, θά λεγα, χιλιάδες διαβεβαιώσεις μέσα εις τους Θείους Πατέρες, ειδικότερα, βέβαια, στα φιλοκαλικά κείμενα και θα αναφέρουμε μόνον ένα, του Αββά, του Αγίου Ισαάκ του Σύρου, ο οποίος μας λέγει τα εξής: «Ιδού ο ουρανός εν τη καρδία σου, εάν καθαρός έση». Δηλαδή, εάν η καρδιά σου είναι καθαρή, τότε και ο ουρανός, ο εαυτός σου, δηλαδή, είναι καθαρός μέσα σου. «Και εν αυτώ», μέσα σ’ αυτόν τον ουρανόν, «όψη», θα δεις, «τους αγγέλους εν τω φωτί αυτών και τον Δεσπότην Ιησούν Χριστόν εν μέσω αυτών». Θα δείς τον Χριστό μέσα σου, «εν Πνεύματι Αγίω». Και με τα μάτια βέβαια της ψυχής, όχι του σώματος, τα του σώματος έχουν πλάνη

.
Υπάρχει έκστασις και πνευματική θεωρία της Θείας παρουσίας μέσα στην καρδιά, όταν αυτή είναι ουρανός, όταν δηλαδή είναι καθαρή, πεντακάθαρη και διακοσμείται από αρετές και όχι από πάθη. Η πνευματική αυτή θεωρία, έτσι όπως ακριβώς την είπα, είναι ακατάληπτη για τα μυαλά μας, αλλά είναι πραγματική. Και εύχομαι και παρακαλώ, ο Πανάγιος Θεός, να σας δώσει για λίγα δευτερόλεπτα, πέντε, όχι παραπάνω, πέντε, φτάνουν, πέντε δευτερόλεπτα, να το νοιώσετε αυτό στην καρδιά σας, είτε όταν προσεύχεστε στο βράδυ στο σπίτι σας, είτε όταν είσαστε εδώ στην εκκλησία, είτε μόλις κοινωνήσετε. Να σας το δώσει ο Θεός, για πέντε δευτερόλεπτα, για δέκα. Και θα καταλάβετε αν λέω αλήθεια ή όχι. Ή αν τα βιβλία μας, μας λένε ψέματα.

 Αλλά τι γίνεται όμως; Τρέχουμε διαρκώς πίσω απ’ τις αδυναμίες, αυτές τρέφουμε. Και τρέχουμε, και τις τρέφουμε. Και τις αδυναμίες, και τα πάθη, και τα χάλια μας, και τα μύρια τόσα κακά. Πρώτα, λοιπόν, καθαρίζεται ο νους, και ύστερα καθαρίζεται η καρδιά, και, όταν καθαρίζεται η καρδιά, γίνεται κατοικητήριον του Παναγίου Πνεύματος. Και, μάλιστα, όταν καθαρίζεται κυρίως από την υπερηφάνεια, την οίηση, την κενοδοξία, τον εγωισμό. Γιατί, όπως είναι σκεπασμένη από την υπερηφάνεια, φαντάζεται, προσευχόμενος φαντάζεται, προσευχόμενος φαντάζεται, φαντάζεται, είδατε, το λέω πολλές φορές, ότι δήθεν έχει την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Φαντάζεται, ούτε απλώς αισθάνεται. 

Γιατί χρειάζεται πολλή δουλειά πνευματική, και πολλή κόπωσις και, βεβαίως, ασφαλώς και καθαρή εξαγόρευσις και εξομολόγησις στον πνευματικό, γιατί τις περισσότερες φορές μας παρασέρνει ο διάβολος ύστερα από όσα διαβάζουμε, ύστερα από όσα ακούμε, από τα ωραία πράγματα που είναι για μας. Ο Θεός ό,τι έκανε δεν το έκανε μόνο για τους αγγέλους, καλοί είναι οι άγγελοι και τ’ απολαμβάνουν και τα χαίρονται, αλλά μακαρίζουν εμάς, όμως, γιατί ο Θεός δεν έγινε άγγελος, άνθρωπος έγινε. Θεάνθρωπος, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Ιησούς Χριστός. 

Λοιπόν, και ξέρουν οι άγγελοι πολύ καλά, ότι όλα όσα έχει ο Θεός, τάχει για μας. Τάχει για σένα, για σένα, για σένα, για σένα, για σένα, για μένα, για μας τάχει ο Θεός. Αλλά όχι αυτά που θέλει να μας παρουσιάσει ο διάβολος, αλλά αυτά που θέλει να μας δώσει Εκείνος, πότε όμως, όταν η καρδιά μας καθαρίζεται. Γι’ αυτό, λοιπόν, επιμένω, πρώτα στην εξομολόγηση τις αμαρτίες, και ύστερα να πεις το βάσανό σου. Ύστερα θα πεις το παράπονό σου, ύστερα θα πεις τον πόνο σου. Πρώτα τις αμαρτίες, γιατί από κεί ξεκινάει το κακό. Όλο το κακό, κανένας δε φταίει. Εμείς φταίμε, και γω φταίω.

Ο νους μας, λοιπόν, όταν προσευχόμαστε, πρέπει να μένει αμετεώριστος, ασχημάτιστος, αφάνταστος, ανεικόνιστος, ανίδεος και τα λοιπά. Δεν πρέπει δηλαδή να έχει φαντασίες μέσα, να έχει σχήματα, νά έχει εικόνες, να έχει ιδέες, να έχει σκέψεις, να έχει περιπλανήσεις, να τρέχει πότε από δω, πότε από κει και τα λοιπά. Κάνουμε προσευχή και ακούμε θορύβους. Μην μας ανησυχεί απολύτως τίποτα. Θα συνεχίσουμε την προσευχή μας. Μα, άφησα το φως ανοιχτό… άστο ανοιχτό να είναι. Μα, μήπως δεν έκλεισα το μάτι της κουζίνας; Άστο εκεί πέρα έτσι, όπως είναι, κάνε την προσευχή σου, μη δίνεις σημασία σε τίποτα. Δια της φαντασίας μας δημιουργούνται φανταστικά είδωλα, σχηματικά είδωλα. 

Γι’ αυτό και η προτροπή όλων των πατέρων της εκκλησίας είναι «μη συσχηματίσεις το θείον σεαυτώ προσευχόμενος», μας λέγει ο Άγιος Νείλος, αλλά και όλοι οι Πατέρες, και ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και τα λοιπά. Κλείσε τα μάτια σου και μη φαντάζεσαι την Παναγία. Ούτε το Χριστό. Ούτε τους Αγίους, τίποτα. Σκοτάδι μέσα, απολύτως. Ό,τι βλέπεις, είναι φαντασία, είναι είδωλο. Όπως βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Αυτό, που είναι απέναντί σου, δεν είσαι συ, είναι είδωλο, το είδωλό σου. Και μεις δεν προσκυνάμε είδωλα, δεν είμαστε ειδωλολάτρες. «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν.»

Πως, όμως, θα είναι η καρδιά μας καθαρή και ο νους καθαρός, αν ο πιστός χριστιανός δεν έχει καθαριστεί προηγουμένως απ’ τα πάθη και τις αδυναμίες του, αν δεν έχει μπολιάσει την κακή του κλίση και ροπή και να την κάνει από αγριελαία καλλιελαία;


Τα μέσα, λοιπόν, που παρέχει η Εκκλησία μας για τη σωτηρία μας είναι
πρώτα η Ιερά Εξομολόγησις.
Η Θεία Κοινωνία και ο Εκκλησιασμός μαζί.
Η τήρησις των εντολών,
η εφαρμογή του κανόνος απ’ τον πνευματικό,
η καλλιέργεια των αρετών,
η μελέτη των Γραφών και των Πατέρων της Εκκλησίας μας,
η εφαρμογή της αγάπης και της ανεξικακίας και της συγχωρητικότητος προς όλους για να καλλιεργηθεί το πνεύμα της ταπεινώσεως, της αγάπης, της πίστεως.
Είναι βασικά πράγματα για τη σωτηρία μας.
Έτσι, λοιπόν, σε όλα αυτά μπαίνει και το αδιαλείπτως προσεύχεσθαι, που είναι φάρμακον αθανασίας, φάρμακον αιωνίου ζωής, μαζί με τη Θεία Κοινωνία.


Όπου πορεύεται κάποιος βασιλεύς, διώκονται οι εχθροί, εκεί που πηγαίνει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, φυγαδεύονται τα δαιμόνια, οι φάλαγγες των δαιμόνων, καθότι εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψει και επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων. Κάθε μέρα του Χριστού, του Κυρίου του ουρανού και της δόξης στο θρόνο της καρδιάς μας, υποτάσσονται τα πάντα. Διότι, αν για κάθε άνθρωπο που μετανοεί, γίνεται χαρά εν τω ουρανώ, πολύ περισσότερον, όταν την καρδιά την επισκέπτεται η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος και, ειδικότερα, η Χάρις του Σαρκωθέντος Θεού Λόγου. Και τότε βασιλεύει βέβαια γαλήνη εσωτερική και μεγάλη.


Η καρδιά μας, όμως, σαν παραφυσικό κέντρο, έχει λογισμούς πονηρούς και σαν κράτος παρά φύσιν και τους θείους νόμους, κυριεύεται από τους εχθρούς επαναστάτες, δηλαδή από τους δαίμονες. Αν η θάλασσα μέσα μας αγριεύει και βλέπουμε θυμό και οργή και κακία και μίσος και πονηρία, θα βάλτε το όνομα του Χριστού και η προσταγή αυτή του Ιησού «σιώπα, πεφύμωσο», όπως εγένετο στην τρικυμισμένη θάλασσα, και ακολούθησε γαλήνη μεγάλη, έτσι λοιπόν και τώρα με το όνομα του Ιησού Χριστού, «σιώπα, πεφύμωσο» και οι λογισμοί θα καούν.


Έτσι η δημιουργηθείσα βασιλεία, η βασιλεία της χαράς και της ειρήνης και της ησυχίας μέσα στην καρδιά μας ονομάζεται κατά τους νηπτικούς πατέρας της Εκκλησίας μας, καρδιακή ησυχία. Εύχομαι κάποτε να την αποκτήσω. Βέβαια δεν είναι εύκολο πράγμα. Είναι δύσκολο. Αλλά, όμως, τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ. Και κάτι άλλο κατόπιν. «Ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα». Θα φωνάξομε στο Θεό και ο Θεός θα κάνει το θαύμα. 
Αυτή, λοιπόν, είναι η προσευχούλα μας, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», που μπορεί να βασιλεύει μέσα μας, χωρίς διακοπές από τις διάφορες προσβολές των λογισμών και χωρίς τις φανταστικές περιπλανήσεις του νου στον κόσμο των αισθήσεων και των επιθυμιών.

Άμα μάθουμε να περιφρονούμε τους λογισμούς μας, θα κάνουμε καλή πορεία. Μπορεί την ώρα που θάρθουμε για Θεία Κοινωνία να μας έρθουν βλάσφημοι λογισμοί. Αισχροί λογισμοί. Θα τα περιφρονήσουμε όλα. Δε θα δώσουμε καμιά σημασία. Δεν είναι δικά μας. Είναι του διαβόλου. Και θα προχωρήσουμε εμείς εις ένωσιν μετά του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η δυσκολία μας έγκειται βέβαια στο νου μας που είναι σκοτισμένος. Υπάρχει από την άλλη πλευρά, και αδιαφορία και άγνοια. Αυτά τα τρία σημειώνουν και οι πατέρες της Εκκλησίας μας.

Έχουμε, λοιπόν, απ’ τη μια πλευρά, σκοτισμό του νου, απ’ την άλλη, έχουμε τελεία αδιαφορία για τη σωτηρία μας, και, απ’ την άλλη πλευρά έχουμε και άγνοια. Εμ, αδιαφορούμε, εμ, έχουμε άγνοια, εμ, είμαστε σκοτισμένοι, εμ, θέλουμε να κάνουμε και τον έξυπνο. Ότι τα ξέρουμε όλα. Και είμαστε οι γνώστες που έχουμε τις γνώμες, επί παντός επιστητού και, ειδικότερα, βέβαια, στα θέματα σωτηρίας, θρησκείας, εκκλησίας, Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ο νους μας τρέχει εκεί, όπου γλυκαίνεται, και λέει η Αγία Γραφή «όπου γαρ εστίν ο θησαυρός ημών, εκεί έσται και η καρδία ημών». Εάν ο θησαυρός μας είναι η ύλη και το χρήμα, εκεί βρίσκεται η καρδιά μας, και τότε … γι’ αυτό ο πλεονέκτης, ο φιλάργυρος, είναι άσπλαχνος, είναι σκληρόκαρδος, είναι κακός. Εάν ο θησαυρός μας είναι οι υλικές απολαύσεις και οι αισθησιακές ηδονές, τότε η καρδιά μας σαρκοποιείται και υποδουλώνεται στα σαρκικά πάθη. Εάν ο θησαυρός μας είναι στην κενοδοξία και εις την υπερηφάνεια, τότε η καρδιά μας δαιμονοποιείται. 

Όπως ακριβώς συνέβη και με τον Εωσφόρο, τον άγγελο φωτός, που εγένετο δαιμονιζόμενος, άγγελος του σκότους. Το ίδιο συμβαίνει, όταν στην καρδιά μας θεοποιούνται οι γνώσεις. Οι επιστήμες, τα αξιώματα, η δύναμις της εξουσίας, η ευφυΐα του μυαλού. Ο νους αναπαύεται, γλυκαίνεται και κολλάει σα βδέλλα στην πλανεμένη και απατηλή αυτή ωραιότητα, την πρόσκαιρη και την εφήμερη, παρασύροντας και την καρδιά μας στην ολοκληρωτική της καταστροφή, δηλαδή στον αιώνιο θάνατό της. Στην κόλασή της. Υπάρχει κόλασις.


Που είναι ο θησαυρός του ανθρώπου αυτού του αιώνος και των ημερών μας;
Είναι στην αθεΐα και στον μηδενισμό; Εκεί θα κολλήσει πρώτα ο νους και ύστερα η καρδιά του.


Που είναι, στο μίσος κατά του πλησίον; Εκεί ο νους, εκεί και η καρδιά.
Μήπως είναι στην ικανοποίηση χυδαίων παθών; Εκεί ο νους, εκεί και η καρδιά.

Χριστιανοί μου, τελειώσαμε.
Ο νους και η καρδιά μας πρέπει να παραδοθούν εξ ολοκλήρου στο Χριστό και στην Εκκλησία Του, μαζί με τα Πανάγια σωστικά μυστήριά της. Σ’ αυτό μας βοηθάει αποτελεσματικά, εκτός αυτών των βασικών θεμάτων της πίστεώς μας, και η προσευχή και μάλιστα η ευχούλα, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».


Λέγοντας αδιαλείπτως, προφορικά, ψιθυριστά ή από μέσα μας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»,
καταλαγιάζουν τα πάθη,
μαστιγώνονται οι δαίμονες,
κατακαίγονται οι αχυρώδεις λογισμοί,
ειρηνεύουν οι αισθήσεις,
αχρηστεύονται οι φαντασιώσεις.


Έτσι δοξάζεται ο Θεός Πατήρ,
ευφραίνεται ο Υιός και Λόγος του Θεού,
και αγάλλεται το Άγιον Πνεύμα Θεός.
Αυτώ η Δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

''Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ'' ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Π.ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΙΣ 10 ΚΑΙ 11/2/2021

 










ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ π.Στεφάνου Αναγνωστοπούλου στην Πειραϊκή Εκκλησία που μεταδόθηκε στις 10 και 11/2/2021

Ραδιοφωνική συνέντευξη π.Στέφανου Αναγνωστόπουλου στην Πειραϊκή Εκκλησία που μεταδόθηκε στις 10 και 11/2/2021 με θέμα: ‘O γέροντας μου Εφραίμ Φιλοθεϊτης''

Απομαγνητοφώνηση: ΟΡΘΟΔΟΞΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ & ΩΦΕΛΙΜΑ (Ομάδα στο viber)

Η διεύθυνση του βίντεοhttps://youtu.be/5g4YmFm2v08

  

Σήμερα θα ακούσουμε το πρώτο μέρος από μία συζήτηση που είχαμε πριν από λίγο καιρό. Συνομιλήσαμε τηλεφωνικά με τον αγαπητό μας πατέρα Στέφανο Αναγνωστόπουλο (στις 2 Φεβρουαρίου του 2021), για τον πνευματικό του, για τον γέροντα του, για τον όσιο γέροντα Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη.  Υπήρξε πνευματικό του τέκνο σχεδόν σε όλη του την ζωή κι είναι πολύτιμη η εμπειρία που έχει ο πατήρ Στέφανος, μοναδικά τα βιώματα. Και τον παρακαλέσαμε, από αγάπη, να μεταφέρει και να μοιραστεί μαζί μας, μαζί με όλους μας, κάποια από αυτά τα βιώματα. Αν μπορούσε, και όσα θα μπορούσε να μοιραστεί μαζί μας. Το έκανε με πολύ αγάπη. 

Η μεγάλη αυτή συζήτηση, θα έχουμε την ευκαιρία να την ακούσουμε σε δύο μέρη και να ωφεληθούμε όλοι μας, από αυτά τα θαυμαστά που καταθέτει ο πατήρ Στέφανος. Ο γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεϊτης, αναμφισβήτητα, είναι μία από τις μεγάλες οσιακές μορφές της εποχής μας. Δεν ξέρουμε πως στο μέλλον ο Θεός θα τα φέρει, ας ευχηθούμε όμως όλοι μας , να έχουμε την ευχή του να μας συνοδεύει. Κι αν έχετε και εσείς κάτι που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας, μη διστάσετε να το κάνετε. 

Πρώτο μέρος λοιπόν από αυτήν την συγκλονιστική και συγκινητική συζήτηση, με τον πατέρα Στέφανο Αναγνωστόπουλο, για τον όσιο γέροντα Εφραίμ τον Φιλοθεϊτη.

-πάτερ Στέφανε, ευλογείτε

π.Στέφανος: ο Κύριος

-Με πολύ χαρά σας έχουμε τηλεφωνικά κοντά μας σήμερα εδώ  στην Πειραϊκή εκκλησία. Και θα θέλαμε, έχοντας ακούσει πάρα πολλά από εσάς τον τελευταίο καιρό, γιατί είχατε κάνει αρκετές ομιλίες, πολύ συγκινημένος, για τον μακαριστό γέροντά σας, τον πολυσέβαστο ανά τη ορθοδοξία, γέροντα Εφραίμ τον Φιλοθεϊτη.

π.Στέφανος: Μάλιστα

-Θα θέλαμε λοιπόν αυτή την επικοινωνία που έχουμε σήμερα για να ακούσουμε  από εσάς, αυτά που ζήσατε, όσα μπορείτε να μας διηγηθείτε κοντά του όλα αυτά τα χρόνια. Τις πολύτιμες εμπειρίες που αποκομίσατε, τα διδάγματα και την ευλογία που ζήσατε, σε έναν πανθομολογουμένως σύγχρονο άγιο γέροντα της εποχής μας.

π.Στέφανος: Ναι

-Να ξεκινήσουμε αν θέλετε και εσείς από την δική σας γνωριμία με τον μακαριστό όσιο γέροντα Εφραίμ;

π.Στέφανος: Ναι

Η γνωριμία γένοιτο όπως έχω πει και στο κήρυγμα, με αφορμή το 1961 που ήρθε ο Απόστολος Κουτσιμπός, (ο μετέπειτα μοναχός Εφραίμ και αργότερα ηγούμενος Ξηροποτάμου) o οποίος ήρθε να με γνωρίσει στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούσα, και μου ανέφερε σχετικά.  Η αφορμή που ήρθε αυτός, (δεν ήταν μόνο αυτός ήταν και άλλοι φοιτητές), γιατί εγώ έκανα κάτι μαθήματα περίεργα για εκείνη την εποχή, από το συμβουλευτικό εγχειρίδιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Αυτό άκουγαν οι φοιτητές οι Θεολόγοι και ερχόντουσαν. Έτσι ήρθε και αυτός. 

 Του Λέω:  - ποιόν έχεις πνευματικό;  - Έχω έναν γέροντα νεαρό που αργότερα θα πάω να γίνω και εκεί μοναχός  - πως λέγεται;  -Εφραίμ (μου είπε)  - Θέλω να τον γνωρίσω (γιατί μου μίλησε  εντωμεταξύ για την προσευχή αυτή, την νοερά, που την είχα εγώ λαχτάρα να την γνωρίσω λόγω του ότι διάβαζα τότε τον πρώτο εκδοθέντα τόμο της Φιλοκαλίας στην αρχαία γλώσσα όπως εγράφησαν. Όπως επίσης και το βιβλίο “Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή” που πρόσφατα είχε εκδοθεί)

Και αυτά μου κίνησαν την περιέργεια και έτσι το 1962 (πιστεύω ότι ήταν μάλλον Μάιος, μετά το Πάσχα δηλαδή), ξεκίνησα και πήγα στο Άγιο Όρος. Τότε για να πάει κανένας  στο Άγιο Όρος, έχρειάζετο πολύ κουράγιο γιατί τα αυτοκίνητα ήταν αργά. Τελικά διανυκτερεύουμε στην Ουρανούπολη, σε ένα ξενοδοχείο πρόχειρο, και την επομένη ημέρα πηγαίνουμε στις βάρκες μας. Πόσοι ήμασταν; δυο τρεις ιερείς και η αφεντιά μου. Εκεί μέσα γνώρισα για πρώτη φορά και τον πατέρα Γαβριήλ τον Διονυσιάτη. Μάλλον ήταν δεύτερη φορά γιατί με θυμήθηκε εκείνος, μου λέει: 

 Δεν ήρθες και ως διάκος στο μοναστήρι και σου είπα για τον άγιο Στέφανο; - Α, μάλιστα (θυμήθηκα ύστερα και εγώ, τέλος πάντων…) μου λέει:- που πας;  - πάω εκεί  (στον γέροντα Εφραίμ)  -A... μου κάνει έτσι μονάχα, τίποτα δεν μου είπε)  

Κι ύστερα περίμενα να  έρθει το άλλο βαρκάκι από την Δάφνη. Ήρθε λοιπόν κατά τις 15:00, πήγαινε σιγά σιγά. Ήμασταν εγώ και ένας άλλος μοναχός μονάχα.. γουρ γουρ γουρ γουρ  τέλος πάντων, φτάσαμε το απογευματάκι αργά. Τον φώναξε δυνατά: “Εφραίμ…” Βγήκε εκείνος με τις δύο παλάμες, κουνούσε το χέρι του, και έτσι λοιπόν ανέβηκα και εγώ σιγά σιγά και τον είδα… Με σκλάβωσε το χαμόγελό του, το πρώτο πράγμα δηλαδή που με σκλάβωσε ήταν αυτό…!

Και εν συνεχεία βέβαια η διήγηση, που άρχισε να μου μιλάει, και τι να σας πω δηλαδή;  Εγώ έζησα πρωτόγνωρα πράγματα, τα είπα κιόλας και άλλες φορές, πρoτού (να τον γνωρίσω) εγώ δεν γνώριζα τέτοια πράγματα, δεν γνώριζα δηλαδή… με τόσους εφημερίους συλλειτούργησα εκεί στην Θεσσαλονίκη, στην Μηχανιώνα όταν υπήρχαν πανηγύρια, δεσποτάδες, κακό κλπ.. τέτοιο πράγμα εγώ δεν γνώριζα, τίποτα… Λοιπόν, τέσσερεις ώρες κράτησε περίπου η συνομιλία μας, ανέφερε και θεωρίες πολλές (μα πάρα πολλές) και όταν μου μιλούσε εξέρχετο από το στόμα του μία πρωτόγνωρη για εμένα άρρητη ευωδία… πω πω πω λέω, τι πράγμα είναι αυτό (!).. (Σαν θυμίαμα από τα γύρω κελία, αλλά εκείνα ήταν απομακρυσμένα!)  

Όσο όμως προχωρούσε η πνευματική αναφορά των Θείων καταστάσεων (που εγώ άνοιγα το στόμα μου τέσσερις πιθαμές), τι να σας πω δηλαδή; Μου μιλούσε για τις Θείες καταστάσεις, για τον απλανή φωτισμό το νου, για την θέωση.. και όσο μιλούσε τόσο πλήθυνε η ευωδία αυτή, η ευφρόσυνος. Νόμιζα στην αρχή ότι ήμουνα μεθυσμένος, εκτός πραγματικότητος…  Έτσι είδα εκείνη την στιγμή την γύμνια και την φτώχεια μου, τι να σας πω; Δηλαδή αισθάνθηκα, να γυμνώνεται ολόκληρος ο εαυτός μου και να φαίνεται γεμάτο πληγές και ύστερα γεμάτο κουρέλια, έτσι τον έβλεπα (τον εαυτό μου) μπροστά του, Και η διαφορά μας δεν ήταν μεγάλη, εγώ ήμουν τριάντα δύο (32 χρονών) και αυτός ήταν τριάντα τέσσερα (34 χρονών). Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία.

Κατόπιν ύστερα, στην Θεία λειτουργία το βράδυ, γιατί δεν κοιμηθήκαμε, απευθείας Θεία Λειτουργία! (άσε τι έζησα με την Θεία Κοινωνία (!) πρώτη φορά τέτοια πράγματα, τέλος πάντων μην πω!). Εν συνεχεία πήγα, το βράδυ μου έδωσε ένα κομποσχοίνι, ένα τριακοσάρι, (πω πω πω) σαν το είδα τρόμαξα και λέω: “και αυτό τι είναι; Πολυβόλο;.. Τι είναι αυτό;” Μου λέει: “σε κάθε κόμπο θα λες, Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με. Θα το κάνεις τέσσερις φορές και θα πέσεις να κοιμηθείς. Αυτό θα κάνεις κάθε μέρα μέχρι που να ξανασυναντηθούμε”.  Δεν μου είπε τίποτε άλλο γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να φύγω (το είχα σκάσει που λέμε χωρίς άδεια).

 Λοιπόν, πήρα να πάρω το κομποσχοίνι, το κομποσχοίνι πήρε φωτιά (!)  Ξέρετε τι θα πει φωτιά; φωτιές αληθινές οι οποίες δεν με καίγανε (!) Το πέταξε στην αρχή από τα χέρια μου, το ξανάπιασα ύστερα αλλά δεν έβγαζε πλέον φωτιές.  Αυτό μου το μαρτύρησαν και άλλοι βέβαια και έτσι έχω μαρτυρία. Οι πρώτες αυτές ήταν οι εντυπώσεις.

Τα χαρακτηριστικά του γέροντα για εμένα, όσον καιρό τον έζησα διότι ήμουν εν δυνάμει (όπως είπε) υποτακτικός του, όχι εν ενεργεία, (Εν ενεργεία ήταν οι πατέρες που ήταν στην σκήτη στην Προβάτου, στην Φιλοθέου.) Λοιπόν, παντού τον έζησα τον γέροντα, παντού. Επειδή τότε είχα και υπέφερα από πολλούς πονοκεφάλους, (αγνώστου αιτίας, έχω πάει και στην Αγγλία για να κάνω εγχείριση) στις αναρρωτικές άδειες πήγαινα στο μοναστήρι εκεί, (για να μην ενοχλώ, να μην ενοχλούμε και από τους δικούς μου) και πήγαινα εκεί και έτσι μάθαινα πολλά. Πολλές φορές έμπαινα και στην τακτική των μοναχών (στην υπακοή των μοναχών) και έτσι έμαθα πάρα πολλά.  

Όσα χρόνια τον έζησα, θα σας πω περιεκτικά, τι μου έκανε βαθιά εντύπωση!  Πολύ μεγάλη και βαθιά εντύπωση, και νομίζω δεν την έχω συναντήσει σε κανένα γιατί δεν τους έχω ζήσει. Δεν έχω ζήσει ας πούμε, γνώρισα τον πατέρα Παϊσιο, τον πατέρα Πορφύριο, τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη περισσότερο, αλλά δεν τους έζησα τους ανθρώπους. Κατάλαβα πέντε πράγματα αλλά δεν τους έζησα όμως όπως ζούσα τον γέροντα Εφραίμ από κοντά.  Και έτσι λοιπόν εκείνο το οποίο μου έκανε εντύπωση και το οποίο χαρακτηρίζουν τον χαραχτήρα, του , πώς να το πω, την αγιότητα του, (τι να πω, δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω, την οντότητα του;) την άκρα ταπείνωση!  Μάλιστα ο άγιος Πορφύριος είπε ότι η ταπείνωσις  του γέροντος Εφραίμ, ξεπέρασε το αγιολόγιο της εκκλησίας! Αυτός ο λόγος από έναν άγιο όπως είναι ο Άγιος Πορφύριος, είναι πάρα πολύ μεγάλος, την γνώρισα την ταπείνωση…

Και μάλιστα ένα γεγονός το οποίο δεν το ανέφερα θα το πω σήμερα! Φύγανε από την Προβάτορα και πήγανε στην Φιλοθέου, κατόπιν πολλών πιέσεων και παρακλήσεων των γεροντάδων εκεί και του πατρός Ευδοκίμου, να αναλάβουν την μονή Φιλοθέου (Πήγαν πράγματι, την παρέλαβαν.) Τις πρώτες μέρες εκεί  είχανε για ψάλτη οι παλιοί οι Φιλοθεϊτες, είχανε έναν πατέρα Γεώργιο. Εκοιμήθη τώρα, ήταν σε μια καλύβα έξω από την Φιλοθέου. (ήταν τρεις τέσσερεις εκεί) Λοιπόν, ερχόταν και έψαλλε αυτός. Σε ένα εσπερινό Κυριακής,  συμπτωματικά ήμουν παρών. Λοιπόν, ο γέροντας χτύπησε το τάλαντο, ήρθε πρώτος και είπε να αρχίσουμε. Άρχισαν λοιπόν και ύστερα από ένα τέταρτο εμφανίζεται και ο πατήρ Γεώργιος ο οποίος δεν πήγε να ψάλλει , περίμενε στην πόρτα (δεν μπήκε μέσα).

Τελείωσε ο εσπερινός, θα πηγαίναμε στην τράπεζα. Βγαίνει πρώτος ο γέροντας και ακολουθούμε. Και αρχίζει ο πατήρ Γεώργιος κάτι φωνές, κάτι βρισιές, ακατανόμαστες από στόμα μοναχού! Ακατανόμαστες, δεν μπορώ να σας τις πω… οι μοναχοί ήτανε έτοιμοι να ορμίσουν πάνω του να τον κάνουν κομμάτια! Λοιπόν, τους έκανε νόημα με το χέρι, (ο γέροντας Εφραίμ) κανένας δεν κουνήθηκε (δίπλα του ήμουν εγώ). Βλέπω τον γέροντα να πέφτει μπρούμυτα, να βάζει το κεφάλι στην γη και να ζητάει συγνώμη! Από ποιόν;  Από ποιόν… Από τον πατέρα Γεώργιο! Έβροντος αυτός αλλά και εμείς όμως άφωνοι! Άφωνοι!   Τι ταπείνωσις ήταν αυτή; Από τότε βέβαια δεν ξανάρθε (ο πατήρ Γεώργιος) και ανέλαβαν κανονικά οι πατέρες τις Φιλοθέου να ψάλλουν.  Αυτό σας λέω για την ταπείνωση του!

Κατόπιν, είχε την μεγίστη των αρετών, την διάκριση. Διάκριση να ξεχωρίζει όλων των ειδών τους λογισμούς! Όλων των ειδών! Και τους πιο απόκρυφους ακόμα που μπορούσες να κρύβεις! Και τις παγίδες που έχουν οι λογισμοί! Υπάρχουν τέτοιοι λογισμοί γιατί όλο το κακό σήμερα και στην ανθρωπότητα ολόκληρη, προέρχεται από τις σκέψεις των ανθρώπων.  Οι σκέψεις γίνονται έργα, ορίστε να το κακό πως μεγαλώνει...  Λοιπόν, έτσι μεγαλώνουν και τα πάθη, έτσι μεγαλώνουν οι αδυναμίες,  έτσι καλλιεργούνται τα κουσούρια και χίλια δυο άλλα πράγματα. Από που; Από τους λογισμούς! Οι λογισμοί,  είτε θα μας οδηγήσουν στην ηδονή της σάρκας ή θα μας οδηγήσουν στον θυμό, στην οργή, στην αρπαγή!  Και ο θυμός, κι η οργή κι η αρπαγή, σε πόσα πράγματα δεν οδηγούν;  Σε χίλια δυο άλλα πράγματα.  Λοιπόν, ακόμα και στη απιστία ύστερα φτάνουμε.

Κατόπιν τι είχε, ένα άλλο πράγμα… είχε αγάπη αληθινή, η οποία απλωνόταν  σε ολόκληρο τον κόσμο! Ειδικότερα βέβαια, ήτανε ο απλανής διδάσκαλος της νοεράς προσευχής!          Εάν δεν του έκανες υπακοή μέχρι τέλους, δεν μπορούσες να μπεις στον δρόμο της νοεράς προσευχής. Ήθελε απόλυτη υπακοή, απόλυτη καθαρότητα στις αισθήσεις και στους λογισμούς και στο φανταστικό μέρος της ψυχής του ανθρώπου.  Απόλυτη (υπακοή)! Τι να σας πω, ένας αληθινός μοναχός με όλη την σημασία της λέξεως!  Τέτοιοι δεν βρίσκονται σήμερα, (σπανίζουν και οι μοναχοί). Έχω ακούσει και έχω διαβάσει δεκάδες επιστολές, με τις οποίες κατακεραυνώνει  κυριολεκτικώς τα πάθη και τις αδυναμίες των μοναχών. Δεν λογίζεται  τίποτα, αλλά όμως λέγονται με τέτοιο τρόπο που φανερώνεται από πίσω ότι κρύβεται η αγάπη. Πράγματα που δεν μπορούμε εμείς ως γονείς, έστω και ως χριστιανοί αγωνιζόμενοι, με την εξομολόγησή μας , τον εκκλησιασμό μας, την Θεία μας κοινωνία, να τα καταφέρουμε στα παιδιά μας. Εκείνος το κατάφερνε, να μαλώνει και να οικοδομεί!

-Όλα αυτά που μας λέτε είναι πολύ συγκινητικά και πραγματικά μοναδικά για την μεγάλη αυτή μορφή του οσίου γέροντος. Μας είπατε ότι τον διέκρινε η ταπείνωση, η διάκριση, η αληθινή αγάπη και ότι ήταν απλανής διδάσκαλος της νοεράς προσευχής.

π.ΣτέφανοςΜάλιστα

- Είχε λοιπόν, θα λέγαμε, αναμφισβήτητα λάβει, όλα  τα χαρίσματα του οσίου γέροντος του.

π.Στέφανος: Ναι, βεβαίως του οσίου γέροντος του. Και μπορώ να σας πω και κάτι άλλο! Δεν ξέρω για τον γέροντα, γιατί εγώ τον γέροντα Ιωσήφ (τον οσιότατο, τον όσιο σήμερα), δεν το γνώρισα. Σας είπα πήγα το 1962, ο γέροντας Ιωσήφ εκοιμήθη το 1959 (ούτε στην εκταφή δεν ήμουνα αφού πήγα Μάιο μήνα, επομένως δεν γνωρίζω). Το βιβλίο βέβαια που έγραψα, με όλα που μου έδωσε ο γέροντας τα οποία έβαλα σε μία τάξη, (δύο χρόνια το εργάστηκα, για να βγάλω αυτό το βιβλίο: "Ο Αγιος Γεροντάς μου, ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής" ), τρεις φορές πήγα για να το δούμε μαζί και να το διορθώνουμε, ώσπου βγήκε τελικά με την μορφή που βγήκε). 

Ήθελα να πω ότι (επειδή εγώ ζούσα), όταν πήγαινα να τον δω, εξομολογούσε κιόλας.  Εξομολογούσε ειδικότερα στο Τορόντο,  με το Καναδά και έμενα εκεί  δεκαπέντε, είκοσι, εικοσιπέντε  μέρες και εξομολογούσε εκατοντάδες, εκατοντάδες χριστιανών. Επειδή είχε απαγορευτεί (στον γέροντα Εφραίμ) να πηγαίνει (μετά το 2000  δηλαδή… όχι μετά το 2000, πόσο..), μετά το 2008 μου φαίνεται, του είχε απαγορευτεί να πηγαίνει στον Καναδά. Και έτσι λοιπόν όταν πήγαινα εγώ, πήγαινα στο μοναστήρι του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, στο γυναικείο της Αλεξίας (ηγουμένης Αλεξίας) και εκεί εξομολογούσε τον  κόσμο που έρχονταν. Τι διαπίστωσα, συγνώμη που θα πω τώρα κάτι πράγματα, τα οποία τι να σας πω τώρα, δεν ξέρω αν θα τα πιστέψουν κιόλας αυτά που θα πω αλλά θα τα πω γιατί τα έζησα! Έζησα την αορασία! Ξέρετε τι θα πει αορασία;

-Να μας εξηγήσετε.. 

π.Στέφανος: Να τον βλέπεις μπροστά σου και να τον χάνεις! Ύστερα από πέντε λεπτά, να  μπροστά σου πάλι! Πως γίνεται αυτό, μπορείτε να μου πείτε; Μπορούν να μου πουν όλοι οι πατέρες οι οποίοι μπορεί να έχουν κάποια πείρα σχετική, (είτε από το Άγιο όρος είτε από τον κόσμο) να με πάρουν τηλέφωνο και να μου πουν πως γίνεται αυτό; (!) Και είναι δεύτερο χάρισμα, το οποίο είχε ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης. Ξέρετε τι χάρισμα είχε ο άγιος; 

-Να σας ακούσουμε γέροντα, πέστε μας

 π.Στέφανος: να μπορεί να περπατάει από την μία κορυφή του βουνού στην άλλη, πετώντας!

-Αυτό ήταν κάτι που είχε και ο γέροντας;

π.Στέφανος: Α Μπράβο! Γιατί ο γέροντας ήταν εδώ (ήταν δηλαδή, πώς να σας το πω τώρα..), ήταν στο μοναστήρι του, έτσι; και ένα βράδυ ήταν στο σπίτι μου!

-Μάλιστα

π.Στέφανος: Να δείτε τι γινόταν στον Καναδά, πόσες φορές έγινε αυτό! Για την Αμερική δεν γνωρίζω, γιατί στην Αμερική δεν είχα κάνει άλλα ταξίδια, εκτός από το Σικάγο δεν είχα πάει πουθενά αλλού, ενώ στο Τορόντο είχα περισσότερες επαφές με τους χριστιανούς.         Και εκεί άκουσα πάρα πολλά πράγματα! από τόπο σε τόπο! Δηλαδή, από την Αμερική στην Ελλάδα! Από την Αριζόνα, ο γέροντας να είναι εδώ! (στην Ελλάδα), το βράδυ κυρίως!        Όλα αυτά ήτανε βραδινά.

- Αυτό γινότανε σε κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις που έκρινε ο γέροντας ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη; 

π.Στέφανος: Ειδικότερα στο να λυθούν κάποια προβλήματα. Ναι, βεβαίως!

-Μάλιστα

π.Στέφανος: Μέσα στον Καναδά, ενώ γνωρίζανε όλοι ότι ήταν στο σπίτι της κυρίας Αθηνάς (ας πούμε), το ίδιο βράδυ ήταν και στο σπίτι του κυρίου Κυριάκου (ας πούμε).         Και αρχίζει το βράδυ ο γέροντας (λέει) και μου μίλησε και μου είπε και αυτό και αυτό κτλ Έρχεται το πρωί, καλά (λέει), πότε ήρθε , πότε χτύπησε την πόρτα, ξέρω εγώ; (λέει)         Mε σκούντησε, με ξύπνησε και είπε και ύστερα λέειέφυγε! Εσύ (του λέω), δεν τον έβγαλες έξωΕμ δεν πρόλαβα (λέει), εξαφανίστηκε! 

Δηλαδή, εγώ έκανα ένα λάθος! Όταν μου διηγόντουσαν τέτοια πράγματα έπρεπε να καθίσω να γράψω και τα ονόματα αυτών των ανθρώπων. Όνομα, επώνυμο και από ποιο σε ποιο σπίτι γινόταν αυτό! Ένα που ενθυμούμαι (αν επιτρέπεται να το πω), επιτρέπεται κύριε… ;

-Εμείς με πολύ χαρά θέλουμε να ακούσουμε σήμερα, αυτός είναι ο σκοπός της επικοινωνίας μας.

π.Στέφανος: Λοιπόν, μία κυρία ονόματι Ελευθερία (δεν θυμάμαι το επώνυμο της, δυστυχώς.. σας είπα να, αυτό, δεν κράτησα σημειώσεις), ο άνδρας της ήταν κάπως βαριά στο νοσοκομείο άρρωστος , στον Καναδά. Σε αυτό το νοσοκομείο έχω πάει και εγώ και έχω εξομολογήσει εκεί έναν γεροντάκο, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ιερέως από την Φιλοθέου. (Και πήγα και τον εξομολόγησα, το ξέρω επομένως αυτό το νοσοκομείο […] το ξέρω καλά.) Σε αυτό λοιπόν το νοσοκομείο ήτανε ο κύριος αυτός, ο κύριος Ανδρέας (αν δεν απατώμαι.. ναι, Ανδρέας) 

Παρακάλεσαν τον γέροντα (Εφραίμ) να πάνε την επομένη ημέρα να τον εξομολογήσουν. Ρώτησαν τους γιατρούς και είπαν μετά τις 11πμ, για να περάσουν το πρωί οι γιατροί, που κάνουν την πρωινή επίσκεψη, και μετά ήτανε ελεύθεροι. Δυστυχώς εκεί, πολύ φτωχά και δημόσια, ήταν ανά τέσσερα, ανά πέντε, ανά έξι κρεβάτια και τα χώριζαν μεταξύ τους με κουρτίνες (με παραβάν και κάτι τέτοια).  Και γινότανε η εξομολόγηση έτσι, (όπως την έκανα και εγώ). Άλλωστε οι άλλοι δεν ήξεραν αγγλικά και εμείς μιλούσαμε ελληνικά. […]

Συμφώνησα με τον γέροντα,”καλά” μου λέει ο γέροντας , “παιδάκι μου, πηγαίνετε εσείς στις έντεκα, και θα έρθω και εγώ. Θα με φέρει ο τάδε”.  Πήγανε το πρωί στις 11πμ στο νοσοκομείο,  […] δεν ήτανε γεμάτο το δωμάτιο , δεν είχε και τις έξι κλίνες, είχε μόνο τις τρεις. Πήγαν, τον είδαν εκεί, τον χαιρέτησαν, (χαρούμενος ήταν αυτός γελαστός, “καλώς τους” ξανανεωμένος!)  και του λένε:  

- “Ανδρέα πως είσαι έτσι; πω πω θα χαρεί και ο γέροντας τώρα που θα έρθει και θα σε βλέπει” - “Αμ για αυτό είμαι χαρούμενος, γιατί ήρθε ο γέροντας!” 

-“Πως ήρθε;”  -“Καλοκαίρι είναι, έκανε πολύ ζεστή, ανοίξαμε λίγο το παράθυρο να πάρουμε αέρα, μας το άνοιξε λίγο η νοσοκόμα, και βλέπω όπως είμαι ξυπνητός τον γέροντα να μπαίνει από εκεί μέσα να κατεβαίνει κάτω στο πάτωμα” 

- Καλά, από το παράθυρο στο πάτωμα; - E δεν ξέρω, κατέβηκε… ήρθε κοντά μου, έβαλε το πετραχήλι και τα είπαμε την ώρα που οι άλλοι δυο κοιμόντουσαν. Και εξομολογήθηκα και είμαι τώρα μια χαρά! 

 -Κι ύστερα τι έγινε;   - Ύστερα έφυγε! - Πως έφυγε; -Από το παράθυρο…

Μα το παράθυρο αν ήταν στον 8ο όροφο, πόσο ύψος έχει από το έδαφος; Εκεί δεν έχουν μπαλκόνια, μπορείτε να μου πείτε; Αυτό το άκουσα από το στόμα της κυρίας Ελευθερίας. Θέλω να πω δηλαδή, είχε και αυτό το πολύ πολύ μεγάλο χάρισμα να μεταβαίνει από τόπο σε τόπο!

Ήμουνα κάποτε στην Αριζόνα. Ένας κύριος είχε βγει από την ιερά εξομολόγηση και πήρε τηλέφωνο στο Άγιο Όρος, στην Μονή Φιλοθέου, να πει σε κάποιον μοναχό εκεί που τον γνώριζε καλά, […] να του πει το χαρούμενο γεγονός (ότι εξομολογήθηκα, ελάφρωσα, τακτοποιήθηκα κλπ).   Του λέει ο μοναχός: “ποιος γέροντας, αφού ο γέροντας είναι εδώ! Είναι εδώ επάνω, έχει σύσκεψη με τους γραμματείς εκεί”  “τι λες; αφού και εγώ τώρα βγήκα, πριν πέντε λεπτά!”  […]  “Έλα πάτερ (π.Στέφανε) και εσύ να δούμε από το παράθυρο, είναι μέσα; εξομολογεί άλλον;”  Κοιτάξαμε στο παράθυρο και όντως, ο γέροντας εξομολογούσε!  Μπορείτε να μου πείτε πως έγινε αυτό; Μπορούν να μου πουν όλοι αυτοί που με ακούν τώρα πως έγινε αυτό; Εκτός αν εγώ είμαι πλανεμένος, με κατηγόρησαν και για πλανεμένο… όχι μία φορά! και δυο και τρεις και πέντε και δέκα! Και για τρελό και για χαζό και για ονειροπαρμένο και δεν ξέρω εγώ τι άλλο..!).

Δεν με ενδιαφέρει, εγώ είμαι 90 χρονών, σε λίγο καιρό ο καλός Θεός θα με πάρει, θα φύγω, όπως Αυτός Δώσει, ό, τι Θέλει! Σημασία έχει τι έζησα εγώ και που θα ήθελα να τα ζήσουν όλοι οι χριστιανοί, μηδενός εξαιρουμένου! Για να καταλάβουν τι εστί Βασιλεία του Θεού, μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Διότι η φράσης:  «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν» είναι αληθινή πέρα για πέρα αληθινή!  

 

Βλέπει κανένας, εξαιτίας της δικής του καθαρότητος (εφόσον είναι καθαρός), αισθάνεται και βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, την καθαρότητα του Θεού! Την καθαρότητα των αγγέλων, την καθαρότητα αγίων! Τα βλέπει αυτά! Τα βλέπει… τώρα πως τα βλέπει, δεν ξέρουμε, αλλά τα βλέπει… Ύστερα συνέρχεται και κλαίει, τι άλλο να σας πω, συγχωρείστε με.. θα με πιάσουν τώρα τα κλάματα και εμένα.. ας το καλό στα 90(χρόνια)…  Με συγχωρείτε…

 -Πάτερ Στέφανε, όλα αυτά που μας λέτε είναι συγκλονιστικά πραγματικά! Τα ζήσατε αρκετοί άνθρωποι κοντά στον γέροντα, ειδικά αυτά τα τελευταία που μας είπατε για την μετάβαση από τόπο σε τόπο. την ταυτόχρονη παρουσία του σε διάφορα σημεία. Μπήκατε ποτέ, σας είχε έρθει ποτέ ο λογισμός να το κουβεντιάσετε μαζί του ή δεν χρειαζόταν καν να το κουβεντιάσετε;

π.Στέφανος: Όχι, κοιτάξτε, ήμουνα από εκείνους τους ανθρώπους τους κληρικούς, που στον γέροντα δεν έκανα ποτέ ερωτήσεις. 

-Και δεν χρειαζόταν προφανώς, έτσι;

π.Στέφανος: Δεν έκανα ερωτήσεις πνευματικού είδους που αφορούν τον ίδιο. Ό, τι ήθελε να μου πει, μου το έλεγε εκείνος. Εγώ απλώς περίμενα! Αν δεν μου έλεγε τίποτα, δεν μου έλεγε τίποτα.. Για τα πεζά πράγματα να ρωτήσω, ναι.. τι κάνουν οι πατέρες, τι κάνει εκείνος, ναι.. ρωτούσα κάτι τέτοια απλά πράγματα αλλά πνευματικής φύσεως πράγματα δεν ρωτούσα. Όμως ορισμένες φορές , επειδή μου μεταβίβασε, όχι μόνο την τέχνη σωτηρίας αλλά και την εμπειρική θεολογία, μια άλλη θεολογία, όχι αυτή των πανεπιστημίων, των βιβλίων και των γνώσεων, μία άλλη […] 

 

H Απομαγνητοφώνηση, από την αρχή της συνέντευξης και μέχρι το 33:00 λεπτό,έγινε από την ομάδα στο viber: ΟΡΘΟΔΟΞΑ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ&ΩΦΕΛΙΜΑ

ΟΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΑΚΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ !

 https://youtu.be/GpH3rkHg6TI    "Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μας προανήγγειλε τα των εσχάτων και όσα θα συμβούν ολίγο πριν από την δε...